Συνέντευξη του Σάκη Τσινιάρου με αφορμή την παράσταση «Έναν συγγραφέα παρακαλώ»
1. Πώς αποφασίσατε ν’ ανεβάσετε και να σκηνοθετήσετε το έργο «Ένα συγγραφέα παρακαλώ»;
Το έργο του Jean-Pierre Martinez μου έπεσε στα χέρια σε μια περίοδο που έψαχνα κάτι φρέσκο, έξυπνο και ταυτόχρονα πολύ αστείο. Όταν διάβασα το «Y a-t-il un auteur dans la salle?», κατάλαβα αμέσως ότι είναι ένα κείμενο που μπορεί να «μιλήσει» πολύ δυνατά στο σήμερα. Η σάτιρα για τη θεατρική δημιουργία, η αυτοαναφορικότητα, η ανάγκη για έναν συγγραφέα σε έναν κόσμο που η Τέχνη δοκιμάστηκε σκληρά – όλα αυτά συνάντησαν απόλυτα με τις δικές μου αγωνίες και το χιούμορ που αγαπώ. Είπα «αυτό πρέπει να το κάνουμε τώρα, και μάλιστα στην Ελλάδα για πρώτη φορά». Η απόφαση πάρθηκε σχεδόν ακαριαία.
2. Ποιες δυσκολίες συναντήσατε όντας ο σκηνοθέτης του έργου και παίζοντας ταυτόχρονα;
Η μεγαλύτερη πρόκληση είναι προφανώς ο διπλός ρόλος. Πρέπει να βλέπεις ταυτόχρονα την εικόνα από μέσα (ως ηθοποιός) και από έξω (ως σκηνοθέτης). Σε κωμωδία μάλιστα, όπου ο ρυθμός, το timing και η ακρίβεια είναι τα πάντα, είναι εύκολο να «χαθείς» μέσα στον ρόλο σου και να μην βλέπεις αν ο ρυθμός «κολλάει» ή αν κάποιο γέλιο χάνεται. Ευτυχώς είχα δίπλα μου εξαιρετικούς συνεργάτες – την Αλεξάνδρα Χαραλαμπίδου που έκανε και τη δραματουργική επεξεργασία, τον Τάκη Παρασκευόπουλο και τη Μάρω Χαραλαμπίδου – που λειτουργούσαν σαν επιπλέον «μάτια» και αυτιά. Επίσης ο σχεδιασμός φωτισμού που έκανα ο ίδιος με βοήθησε να κρατάω μια ενιαία αισθητική ματιά. Ήταν απαιτητικό, αλλά νομίζω ότι η ενέργεια που βγάζει η ομάδα το δικαιώνει.
3. Υπήρξε κάποια συνεργασία με τον συγγραφέα του έργου Ζαν Πιερ Μαρτινέζ;
Ναι, υπήρξε επικοινωνία μαζί του. Ο Jean-Pierre είναι πολύ ανοιχτός και ευγενικός δημιουργός. Συζητήσαμε για την προσέγγιση, για κάποιες ιδιαιτερότητες της ελληνικής μετάφρασης και για το πώς βλέπει ο ίδιος το έργο μετά από τόσες παραστάσεις διεθνώς. Μας έδωσε την ελευθερία να κάνουμε τις απαραίτητες προσαρμογές ώστε να «κουμπώσει» καλύτερα στο ελληνικό κοινό, χωρίς βέβαια να αλλοιωθεί το πνεύμα και η δομή του. Ήταν πολύτιμη η στήριξή του.
4. Θα μας πείτε λίγα λόγια για το έργο;
Το «Έναν συγγραφέα παρακαλώ!» είναι ένα σπαρταριστό, αυτοαναφορικό μονόπρακτο. Σε έναν κόσμο που έχει περάσει βαριά κρίση (επτά χρόνια μετά από μια παγκόσμια καταστροφή), τρεις ηθοποιοί καλούνται σε casting... χωρίς κείμενο! Ο συγγραφέας δεν υπάρχει, οπότε πρέπει να δημιουργήσουν μόνοι τους την παράσταση εκείνη τη στιγμή, μπροστά στο κοινό. Αυτό που ξεκινάει σαν απελπισμένο audition εξελίσσεται σε μια ξεκαρδιστική, ανατρεπτική και συγκινητική ματιά πάνω στη θεατρική πράξη, στη δημιουργία, στην ανάγκη μας να αφηγηθούμε ιστορίες ακόμα και όταν όλα γύρω μας έχουν σωπάσει. Είναι χιούμορ με βάθος.
5. Θα μας πείτε λίγα λόγια για τον ήρωα που υποδύεστε;
Υποδύομαι τον Συγγραφέα – τον άνθρωπο που στην αρχή κάθεται ανάμεσα στο κοινό, σαν θεατής, σαν «ένας από εμάς», μέχρι που οι τρεις ηθοποιοί τον φωνάζουν στη σκηνή για να τους «σώσει» και να γράψει το κείμενο που λείπει. Είναι ένας χαρακτήρας γεμάτος αντιφάσεις: αρχικά διστακτικός, σχεδόν αόρατος, αλλά σιγά-σιγά αναλαμβάνει τον ρόλο του «δημιουργού» με όλη την ματαιοδοξία, την αμηχανία και την απελπισμένη ανάγκη να δικαιολογήσει την ύπαρξή του. Μέσα από αυτόν βγαίνει πολύ χιούμορ, αλλά και μια βαθιά συγκίνηση για το πόσο εύθραυστη είναι η δημιουργία και η ταυτότητα του καλλιτέχνη. Είναι ρόλος που μου επιτρέπει να παίξω με τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, και να «ξεγυμνωθώ» μπροστά στο κοινό – ακριβώς όπως κάνει και ο ίδιος ο χαρακτήρας.
6. Το έργο είναι κωμωδία και μάλιστα γαλλική. Ποια στοιχεία πιστεύετε ότι έχει ώστε να έχει απήχηση στο ελληνικό κοινό;
Η γαλλική κωμωδία του Martinez έχει αυτή την καθαρότητα και την ακρίβεια στον ρυθμό που «παντρεύεται» τέλεια με το ελληνικό χιούμορ. Εμείς οι Έλληνες αγαπάμε τη σάτιρα που γυρνάει μπούμερανγκ πίσω στον εαυτό μας, την αυτοσαρκασμό, το γέλιο που βγαίνει μέσα από την αμηχανία και την αποτυχία. Το έργο μιλάει για την ανάγκη να δημιουργήσουμε ακόμα και όταν όλα δείχνουν μάταια – κάτι που το έχουμε ζήσει όλοι μας τα τελευταία χρόνια. Επίσης η αυτοαναφορικότητα («παίζουμε θέατρο για το θέατρο») δημιουργεί άμεση σύνδεση με το κοινό. Οι αντιδράσεις μέχρι τώρα δείχνουν ότι το κοινό γελάει πολύ, αλλά φεύγει και με μια γλυκιά συγκίνηση. Αυτό νομίζω είναι το κλειδί της απήχησης.

