Διαβάσαμε το βιβλίο: "Σώματα προς κατανάλωση Σκέψεις πάνω στον φεμινισμό και τη χορτοφαγία" της Carol J. Adams
Το "Σώματα προς κατανάλωση" της Carol J. Adams, είναι ένα μικρό σε έκταση αλλά πυκνό δοκίμιο, που ανοίγει μια δυσάρεστη, σκοτεινή και ταυτόχρονα πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση γύρω από το σώμα, την εξουσία, τη βία, την κατανάλωση και την κοινή μας ευαλωτότητα.
Μια υπενθύμιση ότι πίσω από κάθε μορφή αντικειμενοποίησης υπάρχει ένα σώμα που παύει να αντιμετωπίζεται ως υποκείμενο. Το σώμα αποσυνδέεται από την ιστορία του, τη φωνή του, την επιθυμία του, την ικανότητά του να αισθάνεται. Γίνεται διαθέσιμο. Προς χρήση, τεμαχισμό, κατανάλωση.
Η Adams επιχειρεί να δείξει ότι αυτός ο μηχανισμός δεν περιορίζεται στη σχέση ανθρώπου και ζώου. Η αντικειμενοποίηση των γυναικών, υποστηρίζει ότι συνδέεται με την αντικειμενοποίηση και άλλων σωμάτων. «Οι γυναίκες είναι κρέας που ανήκει στους άντρες», ενώ οι άντρες μπορούν να διεκδικούν την ιδιότητα του «κρέατος» ως κυρίαρχα υποκείμενα. Μέσα από αυτή την αντιστροφή η συγγραφέας φωτίζει τον τρόπο με τον οποίο η πατριαρχική κουλτούρα μαθαίνει να βλέπει ορισμένα σώματα ως προεκτάσεις της επιθυμίας και της εξουσίας κάποιου άλλου.
Το ζώο, τη στιγμή που μετατρέπεται σε «κρέας», παύει να εμφανίζεται ως ζώο. Γίνεται αόρατο ως υποκείμενο. Η απουσία του είναι ακριβώς αυτό που επιτρέπει την παρουσία του ως προϊόν.
Και κάπου εδώ το βιβλίο γίνεται κάτι περισσότερο από ένα απλό βιβλίο για τη χορτοφαγία. Γίνεται ένα βιβλίο για το πώς μαθαίνουμε να μη βλέπουμε. Γιατί πολλές φορές αυτό που δεν βλέπουμε δεν είναι επειδή δεν βρίσκεται μπροστά μας, αλλά επειδή έχουμε μάθει να το θεωρούμε φυσιολογικό.
Το ζωικό βασίλειο παρουσιάζεται στο βιβλίο σαν ένας καθρέφτης της ανθρώπινης κοινωνίας: ισχυροί και ανίσχυροι, αγέλες και αποκλεισμένοι, ιεραρχίες, σχέσεις εξουσίας, φόβος, εγκλωβισμός. Τα περιβάλλοντα που δημιουργούμε για τα ζώα είναι συχνά περιβάλλοντα γεμάτα άγχος και φόβο — και η ανάγνωση της Adams μας καλεί να αναρωτηθούμε πόσο διαφορετικοί είναι τελικά οι μηχανισμοί που χρησιμοποιούμε και απέναντι στους ανθρώπους.
Η γραφή της Adams είναι άμεση, αιχμηρή και έντονα πολιτική, χωρίς να στερείται θεωρητικού βάθους. Συνδυάζει την φεμινιστική θεωρία, με ιστορικές και πολιτισμικές αναφορές, με παραδείγματα που συχνά προκαλούν και φέρνουν τον αναγνώστη αντιμέτωπο με τις δικές του βεβαιότητες. Είναι μια γραφή που δεν χαρίζεται, αλλά κυρίως δεν σε αφήνει να παραμείνεις ουδέτερος απέναντι σε όσα θεωρούσες δεδομένα.
Η μετάφραση του Βαγγέλη Τσίρμπα μεταφέρει το απαιτητικό και αιχμηρό ύφος της Adams στα ελληνικά, χωρίς να χάνει τη θεωρητική του πυκνότητα.
Ο πρόλογος της Σίσσυς Δουτσίου λειτουργεί ως ένα ουσιαστικό πέρασμα προς το βιβλίο, ανοίγοντας από νωρίς τα ερωτήματα γύρω από το σώμα, την εξουσία και τον τρόπο με τον οποίο μαθαίνουμε να κοιτάμε.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι έννοιες που επιστρατεύει η συγγραφέας: το «απόν σημαινόμενο», η διαλεκτική παρουσίας και απουσίας των καταπιεσμένων ομάδων, η αντικειμενοποίηση, ο τεμαχισμός, η κατανάλωση και η εργαλειακή βία. Καθώς και οι έννοιες που αναλύει όπως είναι π.χ. η ανθρώπινη ζωικότητα.
Επίσης, βρήκα πολύ έξυπνη και τη σύνδεση ανάμεσα στη σεξουαλική βία και την κατανάλωση. Το ερώτημα «πώς συνδέεται ο βιασμός με την κατανάλωση;» ακούγεται αρχικά ακραίο, σχεδόν παράδοξο. Μέσα όμως από την έννοια της αντικειμενοποίησης, της αφαίρεσης της υποκειμενικότητας και της μετατροπής του σώματος σε διαθέσιμο αντικείμενο, το βιβλίο επιχειρεί να κατασκευάσει αυτή τη γέφυρα.
Στάθηκα αρκετά και στην αναφορά στον Τζακ τον Αντεροβγάλτη, όπως και στις ιστορικές και πολιτισμικές αναφορές μέσα από τις οποίες η Adams προσπαθεί να δείξει ότι η σχέση μας με το «κρέας» δεν είναι ουδέτερη ούτε αποκλειστικά διατροφική. Το ζώο έχει υπάρξει σύμβολο δύναμης, ανδρισμού, κυριαρχίας. Ακόμη και η κατανάλωσή του μπορεί να αποκτήσει τελετουργικές και πατριαρχικές σημασίες.
Η συγγραφέας μας υπενθυμίζει αριστοτεχνικά τις σκοτεινές σελίδες της ιστορίας μας χωρίς να μας επιτρέπει να τις κοιτάξουμε από ασφαλή απόσταση. Μας φέρνει αντιμέτωπους με την ηθική μας πυξίδα και με μια δύσκολη ερώτηση: ποια σώματα θεωρούμε ότι αξίζουν φροντίδα και ποια έχουμε μάθει να θεωρούμε διαθέσιμα;
Δεν συμφωνεί κανείς απαραίτητα με κάθε σύνδεση ή κάθε επιχείρημα της Adams. Ορισμένες αναλογίες είναι προκλητικές και ζητούν από τον αναγνώστη να τις εξετάσει προσεκτικά, όχι να τις αποδεχτεί αυτόματα. Όμως ακριβώς εκεί βρίσκεται και η αξία του δοκιμίου. Δεν αφήνει κανέναν αδιάφορο.
Στο τέλος, αυτό που μένει δεν είναι μόνο η συζήτηση για τον φεμινισμό ή τη χορτοφαγία. Είναι η υπενθύμιση μιας κοινής ευαλωτότητας. Της ανάγκης για φροντίδα. Της δυνατότητας να αισθανόμαστε πόνο, φόβο, επιθυμία, απώλεια.
Ίσως τελικά το πιο δύσκολο ερώτημα του βιβλίου να μην είναι τι τρώμε. Αλλά ποιον επιτρέπουμε στον εαυτό μας να βλέπει ως κάποιον — και ποιον ως κάτι. Και αυτή είναι μια ερώτηση που, αφού τελειώσει το βιβλίο, δύσκολα τελειώνει μαζί του.

