Διαβάσαμε το βιβλίο της Γαρουφαλιάς Στέτου “ΜΝΗΜΕΣ - Σκέψεις μιας πρώην ψυχασθενούς”
Η γραφή της Στέτου λειτουργεί, καταρχάς, ως εξομολόγηση. Οι σελίδες βρίθουν εικόνων, μνημών και συναισθημάτων που αποτυπώνονται χωρίς τη παραμικρή διάθεση ωραιοποίησης. Η αφήγηση εναλλάσσεται ανάμεσα σε πρόζα και ποίηση, δημιουργώντας έναν ρυθμό που θυμίζει τις διακυμάνσεις μιας ψυχής, πότε βυθιζόμενης στην απόγνωση και πότε στην διέξοδο για δημιουργία.
Αξιοσημείωτη είναι η ικανότητα της συγγραφέως να περιγράφει όχι μόνο τα γεγονότα αλλά και την ατμόσφαιρα του χώρου: τη ράμπα των καπνιστών, τις ανοιχτές πόρτες τα βράδια, το πρωινό προδιαγραφών βρεφονηπιακού σταθμού, τους συνασθενείς που γίνονται φίλοι — για πάντα χαραγμένοι στη μνήμη — με τους τελευταίους να συνιστούν τα σύμβολα μιας μικροκοινωνίας που λειτουργεί με δικούς της κανόνες, (ευτυχώς) έξω από την πεπατημένη της «λογικής».
Ως εκ τούτου, το κείμενο λειτουργεί και ως μια σιωπηρή καταγγελία: όχι με τη μορφή επιχειρημάτων ή στατιστικών, αλλά μέσα από την ίδια την αφήγηση. Η αποστροφή για το πώς η κοινωνία χειρίζεται την τρέλα – «τη διαμονοποιεί, την περιθωριοποιεί» – διατρέχει πολλά αποσπάσματα.
Η δε συγγραφέας δεν διστάζει να αυτοσαρκαστεί, να περιγράψει την πτώση, αλλά και να αναδείξει την ουσία πίσω από το παραλήρημα. «Η τρέλα μου ήταν σαν καθρέφτης», γράφει, και αυτή η φράση συμπυκνώνει την ουσία του έργου: την παραμορφωτική ματιά στην πραγματικότητα που μας περιβάλλει.
Από την άλλη, υπάρχουν στιγμές που το κείμενο μοιάζει σκόπιμα στατικό (μέσα από σκόπιμες επαναλήψεις και ελλειπτική γραφή) αποσκοπώντας στην μετάδοση της αίσθησης μιας εγκλωβισμένης σκέψης που γυρνά αταβιστικά, σαν σπείρα, στα ίδια σημεία.
Όσο για την ποιητικότητα, αυτή δεν είναι ομοιογενής ούτε και διεκδικεί την συμβατική μορφή του ποιήματος. Παρόλα αυτά αναδύεται, κυρίως, όταν η συγγραφέας εγκαταλείπει την αφηγηματική πρόζα και επιχειρεί να αποδώσει την εσωτερική εμπειρία μέσω εικόνων, μεταφορών και ρυθμού. Τα «ηλεκτρικά μάτια» (σ. 41) «που μαγνητίζονται / και αλλάζουν τη μορφή σου. / Δύο μαγνητικά πεδία / που σκίζουν το μυαλό σου στα δύο», δίνουν την αίσθηση ότι εδώ δεν περιγράφεται απλώς ένα σύμπτωμα.
Ακόμα και σε αποσπάσματα πεζού λόγου, η ποιητικότητα αναδύεται μέσα από επαναλήψεις και ρυθμικές φράσεις, όπως στο «Βράδυ. Τώρα. / Βράδυ. Τότε.» (σ. 27), όπου η απλή αντιπαράθεση χρόνων λειτουργεί ως ποιητικό σχήμα.
Η ανάγκη αυτή γεννιέται από την ίδια την προσπάθεια να αρθρωθεί το άρρητο, να αποδοθεί η εμπειρία που ξεπερνά τα όρια της συμβατικής γλώσσας. Εκεί λοιπον που η λογική εκπίπτει, η ποιητική γλώσσα έρχεται ως τελευταίο καταφύγιο νοήματος.
Στο κείμενο εντοπίζονται ορισμένα σημεία όπου η σύνταξη ή η ροή του λόγου απαιτεί επιπλέον προσοχή κατά την ανάγνωση. Ωστόσο τα σημεία αυτά δεν συνιστούν προϊόν απροσεξίας, αλλά υπηρετούν την περιγραφόμενη ψυχική κατάσταση.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα εντοπίζεται στη σελίδα 11: «Καθώς η σκέψη μου κατακερματίστηκε, τα κομμάτια της έπλεαν σε μία σούπα στο μαγικό τσουκάλι του κρανίου μου. Ανακάτευα λοιπόν αυτά τα κομμάτια και τα ένωνα τυχαία στο μίγμα που έφτιαχναν όλα μαζί». Η πρόζα εδώ γίνεται εσκεμμένα ρευστή, αντιγράφοντας τον κατακερματισμό της σκέψης, με τον αναγνώστη εδώ να καλείται να εγκαταλείψει την αναζήτηση μιας γραμμικής λογικής.
Ακόμα και στις πιο θραυσματικές στιγμές, υπάρχει μια εσωτερική συνοχή που συνδέεται με το βίωμα της ψύχωσης. Η γλώσσα εδώ λειτουργεί όχι ως όχημα σαφούς επικοινωνίας, αλλά ως αποτύπωση μίας συνείδησης που δοκιμάζεται στα απώτατα όρια. Όταν η σύνταξη «σπάει», η Στέτου το κάνει εσκεμμένα, γιατί η ίδια η εμπειρία δεν χωράει στα καλούπια της γραμματικής.
Τελικά, το βιβλίο της Στέτου είναι μια απόδειξη ότι η γραφή μπορεί να γίνει το καταφύγιο, η λύτρωση, αλλά και το όχημα για να ταξιδέψει κανείς πίσω στην «κανονική» (sic) ζωή. Όπως γράφει η ίδια, οι «ευαίσθητοι» και οι «απελπισμένοι» κουβαλούν ένα βάρος, αλλά και μια αλήθεια. Και αυτό το βιβλίο είναι η κατάθεση μιας τέτοιας αλήθειας, όπως της αρμόζει· ωμής και ακατέργαστης.
[Κατόπιν εγκρίσεως της συγγραφέως, το θέατρο.gr παραθέτει την ηλεκτρονική της διεύθυνση, προς κάθε ενδιαφερόμενο]
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

