Συνέντευξη με την Αναστασία Διοτίμα Γκολέμα με αφορμή την παράσταση: ''Αυτόχειρας'' που ανεβαινει στο θέατρο Αλκμήνη
Πείτε μας λίγα λόγια για το έργο και για τον ρόλο σας.
Ο Αυτόχειρας είναι ένα έργο που ξεπερνά τα όρια της πολιτικής σάτιρας και γίνεται βαθιά υπαρξιακό καθώς αναφέρεται στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και στην ανάγκη της αυθεντικής ύπαρξης. Γράφτηκε σε μια εποχή όπου το σοβιετικό καθεστώς επιχειρούσε να ελέγξει τις πράξεις, την σκέψη, την ανθρώπινη ταυτότητα αλλά και την τέχνη. Το έργο θεωρήθηκε απειλητικό γιατί γελοιοποιούσε την υποκρισία του συστήματος και αποκάλυπτε το υπαρξιακό κενό πίσω από τις μεγάλες συλλογικές αφηγήσεις και απαγορεύτηκε πριν ακόμη παρουσιαστεί κανονικά στη σκηνή καθώς θεωρήθηκε «επικίνδυνο» για την εποχή που πρόσταζε την απώλεια της ατομικής φωνής. Σαν αποτέλεσμα ο Έρντμαν, φυλακίστηκε και στη συνέχεια εξορίστηκε στη Σιβηρία για τρία χρόνια.
Το έργο αυτό λοιπόν είναι καινοτόμο και επαναστατικό από την γέννησή του, αποτυπώνοντας μια κοινωνία όπου ο άνθρωπος παύει να υπάρχει ως μοναδική ύπαρξη και μετατρέπεται σε εργαλείο ιδεολογιών, συλλογικών συμφερόντων και κοινωνικών ρόλων. Η πιθανή αυτοκτονία του ήρωα γίνεται δημόσιο γεγονός, πολιτικό σύμβολο και αντικείμενο εκμετάλλευσης από όλους γύρω του. Ο Έρντμαν, μέσα από το χιούμορ και το παράλογο, αναδεικνύει το αδιέξοδο ενός ανθρώπου που δεν του επιτρέπεται ούτε να ζήσει ελεύθερα αλλά ούτε να πεθάνει για τον εαυτό του. Παρότι γράφτηκε το 1928 παραμένει επίκαιρο, μιλώντας για μια κοινωνία που κατασκευάζει ταυτότητες, που απορροφά το άτομο μέσα στη μάζα και αρέσκεται στο να εκμεταλλεύεται τον ανθρώπινο πόνο.
Στο έργο παίζω τρεις ρόλους την Μαργαρίτα ιδιοκτήτρια μπαρ, ωφελιμίστρια και συμφεροντολόγα, την Ζίνκα απεγνωσμένη, σκληροπυρηνική διανοήτρια και την Κλεοπάτρα ερωτιάρα, πονηρή και γητεύτρα.
Η Μαργαρίτα, η Ζίνκα και η Κλεοπάτρα αποτελούν τρεις διαφορετικές όψεις του κόσμου που περιβάλλει τον ήρωα σε έναν κόσμο ταυτόχρονα γελοίο, σκληρό, ανθρώπινο και βαθιά αντιφατικό.
Η Μαργαρίτα, ως ιδιοκτήτρια μπαρ, φέρει κάτι από τη λαϊκή επιβίωση και την πρακτικότητα της καθημερινότητας. Είναι μια φιγούρα που κινείται μέσα στη σκληρότητα της ζωής με χιούμορ, ένστικτο και μια σχεδόν κυνική οικειότητα με την ανθρώπινη ανάγκη και παρακμή. Αυτό που την ενδιαφέρει είναι το κέρδος και εκπροσωπεί έναν κόσμο όπου όλα διαπραγματεύονται ακόμη και η αξιοπρέπεια ή η απελπισία.
Η Ζίνκα έχει μια έντονα θεατρική και σχεδόν καρικατουρίστικη διάσταση, αλλά κάτω από αυτήν αποκαλύπτεται η αγωνία ενός ανθρώπου που προσπαθεί να υπάρξει μέσα σε μια κοινωνία γεμάτη σύγχυση, φόβο και ανάγκη για επιβεβαίωση. Είναι ένα πρόσωπο που ισορροπεί ανάμεσα στο κωμικό και στο τραγικό καθώς φέρει στοιχεία απόγνωσης έχοντας πίστη στην αυτοκτονία, στο νεκρό άνθρωπο ως σύμβολο δύναμης και στην αυτοκτονία ως πράξης ελευθερίας.
Η Κλεοπάτρα φέρει μια πιο σκοτεινή και αποκαλυπτική ποιότητα καθώς εκπροσωπεί τον έρωτα, τον πόθο αναδεικνύοντας την κοινωνική υποκρισία, την ανάγκη ελέγχου αλλά και την βαθιά μοναξιά των ανθρώπων. Είναι ένας χαρακτήρας που, ενώ μπορεί να προκαλεί γέλιο, ταυτόχρονα αφήνει να φανεί η ανθρώπινη ματαιότητα και το υπαρξιακό κενό καθώς ζητάει από τον πρωταγωνιστή να αυτοκτονήσει για τον έρωτα της.
Ο ρόλος δεν με ενδιαφέρει ως «χαρακτήρας» με την κλασική έννοια αλλά ως πεδίο υπαρξιακής σύγκρουσης. Οι τρεις αυτοί ρόλοι παρότι φαινομενικά ανήκουν στο σατιρικό σύμπαν του Έρντμαν, ο καθένας κουβαλά μια διαφορετική εκδοχή της ανθρώπινης ανάγκης για επιβίωση, αναγνώριση, εξουσία και σύνδεση. Δεν είναι απλοί ρόλοι αλλά ο καθένας τους μπορεί να ιδωθεί ως μια μεταφορά κατάστασης η Μαργαρίτα ως το κέρδος, η Ζίνκα ως η σκληρή διανόηση και η Κλέο ως ο έρωτας ως ιδανικό.
Στον «Αυτόχειρα», η έννοια της ελευθερίας φαίνεται να συγκρούεται με τα εσωτερικά δεσμά του ήρωα. Πώς δουλέψατε προσωπικά αυτή τη σύγκρουση μέσα σας ώστε να γίνει πειστική επί σκηνής;
Νομίζω πως όλοι κουβαλάμε μια μορφή εσωτερικής φυλακής απλώς ορισμένοι άνθρωποι κάποια στιγμή σταματούν να μπορούν να τη διακοσμούν κι αποκαλύπτονται. Δουλέψαμε πάνω στην ιδέα της «λειτουργικής δυστυχίας» αυτού του πολιτισμικά αποδεκτού κενού που μαθαίνουμε να φοράμε σαν κανονικότητα. Μας ενδιέφερε όχι ένας άνθρωπος που καταρρέει θεαματικά αλλά ένας άνθρωπος που αποσυντίθεται κωμικοτραγικά, καθημερινά κι αθόρυβα. Ο Σεμιόν Σεμιόνοβιτς που είναι ο κεντρικός ρόλος που συνδιαλέγεται με την αυτοχειρία δεν μου φαίνεται ως ένας άνθρωπος που πραγματικά θέλει να αυτοκτονήσει αλλά ως κάποιος που δεν αντέχει άλλο να ζει μέσα σε μια ζωή αποκομμένη από το νόημα, την τρυφερότητα και την αλήθεια του εαυτού του. Μέσα από τον ρόλο μου ως βοηθός σκηνοθέτη παρατήρησα τις λεπτές αντιφάσεις της ανθρώπινης ύπαρξης: του γέλιου που κρύβει απόγνωση, της γελοιότητας που γίνεται άμυνα και της αναζήτησης για βοήθεια μέσα από έμμεσους ίσως και αρνητικούς τρόπους. Σκηνοθετικά μας απασχόλησε η σιωπή του ήρωα πίσω από τις λέξεις, οι μικρές παύσεις, οι αμήχανες κινήσεις του και όλα τα σημεία που φαίνεται πιο καθαρά η σύγκρουση ανάμεσα στην ανάγκη για ελευθερία και στον φόβο της πραγματικής έκθεσης.
Όσον αφορά τους δικούς μου ρόλους σίγουρα επηρεάζονται πολύ από την ψυχοδραματική μου πορεία καθώς δεν αναζητώ τόσο το «παίξιμο» του συναισθήματος όσο τη βιωματική κατάσταση πίσω από αυτό. Δουλεύω πολύ με την μνήμη του σώματος, με ένστικτο και πίστη σε αυτό που το σώμα θυμάται, με έναν primitive τρόπο, αφήνοντας τον ρόλο να με πάει. Ζούμε σε μια εποχή που μιλάει διαρκώς για ελευθερία αλλά φοβάται τόσο την αλήθεια, την ευαλωτότητα, την παύση, την απώλεια ελέγχου.
Τι όμορφο μέσα από έναν ρόλο να εξασκούμαστε στο να χάνουμε με κάποιον τρόπο τον έλεγχο!
Πώς επηρεάζει η ιδιαίτερη ατμόσφαιρα του Θεάτρου Αλκμήνη την ερμηνεία σας στον «Αυτόχειρα»; Νιώθετε ότι ο χώρος γίνεται μέρος της ψυχολογίας του ρόλου;
Το Θέατρο Αλκμήνη τουλάχιστον η σκηνή Intermedia όπου παίζουμε, έχει κάτι άμεσο σχεδόν εξομολογητικό γιατί η δομή της είναι τέτοια που δεν σου επιτρέπει να κρυφτείς πίσω από τεχνικές ή θεατρικές ευκολίες. Υπάρχει με το κοινό μια εγγύτητα που δημιουργεί μια «επικίνδυνη» αλλά πολύ αληθινή συνθήκη, σαν να μοιράζεσαι τα μυστικά σου με ανθρώπους που μόλις γνώρισες κι αυτό αλλάζει τα πάντα μέσα σου τον ρυθμό της αναπνοής σου, τις σιωπές σου, το βλέμμα σου. Σε αυτό το θέατρο έχω παίξει αρκετές παραστάσεις και γνωρίζω καλά τα σημεία του. Είναι ένα μοντέρνο θέατρο που δεν έχει μπούκα, με μεγάλη σκηνή και ύψος αρκετό, σπάνιο για τα σημερινά δεδομένα, με υπέροχους ιδιοκτήτες που είναι καλλιτέχνες, με τεχνικούς ευγενέστατους και άλλα πολλά καλά και θετικά για την καλλιτεχνική δημιουργία. Συγκινούμαι που σκέφτομαι πως εκεί μέσα, τα τελευταία χρόνια, έχω μεγαλώσει κομμάτια μου, έχω δημιουργήσει και μοιραστεί ρόλους που έχω εμπνευστεί και μέσα από την αλληλεπίδρασή μου με τον συγκεκριμένο χώρο. Στην δική μου εσωτερική ζωή ο χώρος είναι πάντα δραματουργία, δεν είναι απλά ένα φόντο ή μια εικόνα. Νομίζω πως από παιδί είμαι στοιχειωμένη να βλέπω παντού θέατρο. Κάθε χώρος φέρει τη δική του ζωή που μπορεί να την ζωντανέψει η φαντασία μου.
Αν έπρεπε να περιγράψετε την εμπειρία του «Αυτόχειρα» μέσα σε αυτόν τον χώρο με μία εικόνα ή αίσθηση, ποια θα ήταν;
Με ενδιαφέρει αυτή η λεπτή γραμμή ανάμεσα στο γελοίο και στο τραγικό. Νομίζω εκεί είναι που κατοικεί ο σύγχρονος άνθρωπος. Η εικόνα είναι ενός ατόμου που βρίσκεται καθισμένο στη μέση μιας πλατείας ανάμεσα σε εκατοντάδες άτομα που περπατούν αλλά κανένας δεν το βλέπει.
Αν ο χαρακτήρας σας μπορούσε να απευθυνθεί απευθείας στο κοινό μετά το τέλος της παράστασης, τι πιστεύετε ότι θα ήθελε να του εξομολογηθεί – και τι θα κρατούσε κρυφό;
Θα μιλήσω για την Μαργαρίτα που νομίζω πως θα ήθελε να πει: «Κρίμα που δεν θα πεθάνει ο Σεμιόν. Χάνουμε τα λεφτά μας». Η Μαργαρίτα θέλει το κέρδος, θέλει την καλοπέραση και δεν τα αναλύει πολύ. Αυτό που θα κρατούσε κρυφό είναι ότι στην πραγματικότητα, κάπου βαθιά μπορεί κι αυτή να συμπονά αλλά δεν μπορεί να έχει πρόσβαση σε αυτό το συναίσθημα. Η Μαργαρίτα είναι μια γυναίκα της επιβίωσης και οι άνθρωποι που ασχολούνται με το να επιβιώσουν δεν έχουν χρόνο και χώρο να παραδίδονται σε πολύ λεπτά συναισθήματα.
Κλείνοντας, θα θέλαμε να μοιραστείτε μαζί μας το αγαπημένο σας ποίημα, τραγούδι και ταινία που σας συνοδεύουν αυτή την περίοδο, καθώς και το μέρος που σας εμπνέει περισσότερο;
Επιστρέφω συχνά στον Ελύτη, γιατί τα ποιήματά του μου χαρίζουν μια αίσθηση μυσταγωγίας κι ελαφράδας μαζί. Μου αρέσει να διαβάζω βιογραφίες μεγάλων καλλιτεχνών, ηθοποιών και σκηνοθετών, αυτήν την περίοδο του Βαχτάνγκωφ και της Ανν Μπόγκαρντ. Μουσικά με συντροφεύουν μελωδίες που κουβαλούν μια γλυκιά υπαρξιακή μελαγχολία από την Ευανθία Ρεμπούτσικα, την Yasmin Levy, τον Eugeny Grinko, τον Andrea Vanzo και πολλούς άλλους. Με έχουν στιγματίσει ταινίες όπως το μια Αιωνιότητα και μια μέρα του Θόδωρου Αγγελόπουλου, ο Hamnet της Κλοέ Τζιάο, οι Περασμένες ζωές της Σελίν Σόνγκ, οι Κούκλες του Τακέσι Κιτάνο γιατί μιλούν με υπαρξιακό ποιητικό τρόπο για την μοναξιά, την αδυναμία επικοινωνίας και την θνητότητα. Τέλος τα μέρη που με εμπνέουν περισσότερο είναι όσα φέρουν βαθιές σιωπές, που δημιουργούνται μετά από πολύ θόρυβο ή φασαρία, όπως ένα άδειο θέατρο μετά από μια παράσταση αφού σβήσουν τα φώτα, ένα λιμάνι τον χειμώνα αφού αδειάσει από ταξιδευτές, ένας άνθρωπος που τολμά να μιλήσει αληθινά μετά από μία σύγκρουση.
Πληροφορίες και εισιτηρια παράστασης: https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/o-autoxeiras/