Εκτύπωση αυτής της σελίδας
Συνέντευξη  με τον Αντώνη Λω με αφορμή την νέα του ποιητική συλλογή «Ανωμοτί» που κυκλοφορεί απο τίς εκδόσεις Άνω Τελεία

Συνέντευξη με τον Αντώνη Λω με αφορμή την νέα του ποιητική συλλογή «Ανωμοτί» που κυκλοφορεί απο τίς εκδόσεις Άνω Τελεία

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ Γράφτηκε από  Χρύσα Κοκκίνου Μάιος 04 2026 μέγεθος γραμματοσειράς μείωση του μεγέθους γραμματοσειράς αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς

1. Ο τίτλος «Ανωμοτί» παραπέμπει στο «χωρίς όρκο». Τι σημαίνει αυτό για εσάς σε ποιητικό και υπαρξιακό επίπεδο;

Ο τίτλος προέκυψε μάλλον πριν καταλάβω πλήρως τι σημαίνει. Σαν να ήρθε πρώτα ως αίσθηση και μετά ως λέξη. Το «χωρίς όρκο» δεν υπονοεί άρνηση της αλήθειας· σηματοδοτεί κυρίως μια δυσπιστία απέναντι σε οποιαδήποτε βεβαιότητα. Όταν ορκίζεσαι, ουσιαστικά επιχειρείς να σφραγίσεις το νόημα, να το κατοχυρώσεις. Ενώ η εμπειρία θεωρώ πως είναι πιο ρευστή, πιο εκτεθειμένη και κάποιες φορές αντιφατική. Το Ανωμοτί λοιπόν είναι μια προσπάθεια κατάθεσης χωρίς αυτή την ανάγκη της επιβεβαίωσης, μια συνθήκη που δεν χρειάζεται επικύρωση. Σαν να λες: «αυτό είναι που δύναμαι να δω αυτή τη στιγμή», χωρίς να το επιβάλλεις ως οριστικό. Σε ποιητικό επίπεδο, αυτό μου δίνει μια ελευθερία· να αφήνω χώρο στη σιωπή, στο ανείπωτο, ακόμη και στο λάθος. Να μην προσπαθώ να εξηγήσω τα πάντα. Και σε υπαρξιακό επίπεδο, νομίζω πως έχει να κάνει με μια στάση: να στέκεσαι απέναντι σε όσα σε διαμόρφωσαν —μνήμη, σχέσεις, ματαιώσεις— χωρίς να τα κρίνεις οριστικά, αλλά και χωρίς να τα αρνείσαι. Το ομότιτλο ποίημα αναδείχθηκε σε σημασιολογικό πυρήνα της συλλογής και διαποτίζει το περιεχόμενο των τεσσάρων ενοτήτων της.

2. Σε αρκετές σύγχρονες ποιητικές φωνές, το προσωπικό και το συλλογικό μπλέκονται. Πώς λειτουργεί αυτή η σχέση στο «Ανωμοτί»; Πού τελειώνει το προσωπικό βίωμα και πού αρχίζει το συλλογικό ή κοινωνικό σχόλιο;

Δεν είμαι σίγουρος ότι υπάρχει ένα καθαρό όριο ανάμεσα στο προσωπικό και το συλλογικό. Ίσως το ένα να ενυπάρχει ήδη μέσα στο άλλο, από την αρχή. Στην πρώτη ενότητα αποτυπώνεται κάτι πολύ εσωτερικό — μια μνήμη, μια σχέση, ένας κόμπος που δεν λύνεται. Αλλά όσο εξελίσσεται η έκφραση προς την τέταρτη ενότητα, αντιλαμβάνομαι πως αυτό που θεωρούσα «δικό μου» κουβαλάει φωνές, πρόσωπα, τόπους, ιστορίες που δεν είναι αποκλειστικά δικές μου. Σαν να γράφεις για ένα πρόσωπο και να συνειδητοποιείς σιγά σιγά ότι γράφεις με πρόθεση να σχετίζεσαι. Δεν προσπάθησα συνειδητά να κάνω «κοινωνικό σχόλιο». Υπάρχουν βέβαια και σημεία, όπως στα «Θυρόφυλλα» και στο «Ανάξια Σπορά», όπου το συλλογικό εισβάλλει πιο έντονα, σχεδόν βίαια. Εκεί το προσωπικό υποχωρεί, μπροστά σε κάτι που υπερβαίνει την ατομικότητα. Αλλά και πάλι, δεν παύει να περνά μέσα από ένα σώμα, μέσα από μια φωνή. Δεν είμαι σίγουρος πού τελειώνει το ένα και πού αρχίζει το άλλο. Ίσως, η ποίηση να αναπτύσσεται ακριβώς πάνω σε αυτή τη δομική σύζευξη: εκεί που το «εγώ» συμπορεύεται με το περιβάλλον του, χωρίς όμως να χάνει τη μοναδικότητα της φωνής του.

3. Ποια λογοτεχνικά ή ποιητικά ερεθίσματα θεωρείτε ότι έχουν διαμορφώσει τη φωνή σας, είτε συνειδητά είτε υποσυνείδητα;

Δεν είμαι βέβαιος ότι μπορώ να διακρίνω με ακρίβεια αυτές τις επιρροές. Πολλά από αυτά που μας διαμορφώνουν λειτουργούν υπόγεια, σχεδόν σαν να μας διαπερνούν, χωρίς να αφήνουν σαφές αποτύπωμα. Υπάρχουν όμως κάποιες συγγένειες που τις αναγνωρίζω εκ των υστέρων. Είναι σαν το έργο ορισμένων δημιουργών να αντηχεί στο νου μου σαν ψίθυρος. Θαυμάζω το έργο του Σεφέρη, του Λειβαδίτη, του Καβάφη, του Καββαδία, της Δημουλά, αλλά και του Καζαντζάκη. Νιώθω μέσα από τα κείμενά τους μια εγγύτητα στον τρόπο με τον οποίο ο τόπος και η μνήμη κουβαλούν την εμπειρία. Αντηχεί η ήσυχη, ανθρώπινη διάσταση της σχέσης και της απώλειας. Ίσως με έχει επηρεάσει η αίσθηση της εσωτερικής διαδρομής, η διακριτική ειρωνεία, αλλά και ο τρόπος που ένα πολύ προσωπικό βίωμα μπορεί να σταθεί με καθαρότητα, χωρίς να φωνάζει. Ο Καρυωτάκης νομίζω πως υπάρχει περισσότερο σε μια υπόγεια ένταση — εκεί όπου η ματαίωση, η καθημερινότητα ή η εργασία αρχίζουν να βαραίνουν τον άνθρωπο. Ο Πατρίκιος, εκεί όπου συναντιέται το προσωπικό με το ιστορικό και το κοινωνικό, χωρίς να χάνεται η απλότητα του λόγου. Σε ένα πιο εσωτερικό επίπεδο, ίσως υπάρχει ο απόηχος της φωνής του Charles Baudelaire, εκεί όπου ο άνθρωπος στέκεται απέναντι στις αντιφάσεις του. Αυτές οι φωνές, θα έλεγα πως με έχουν διαμορφώσει περισσότερο ως τρόποι θέασης, ως οπτικές γωνίες από τις οποίες παρατηρείς και αυτοπαρατηρείσαι. Θαυμάζω και δεν σας κρύβω πως ζηλεύω την αισθητική τους, ίσως γιατί μέσα από την ανάγνωση του έργου τους μου υπέδειξαν τον τρόπο να παρατηρείς χωρίς να βιάζεσαι να εξηγήσεις, να αφήνεις χώρο στη σιωπή, να αποδέχεσαι ότι η εμπειρία δεν ολοκληρώνεται πάντα. Αυτές οι επιρροές θεωρώ πως δημιουργούν ένα κράμα επιδράσεων: άνθρωποι που πέρασαν από μέσα σου, στίχοι που σε κέντρισαν και διαφορετικοί τρόποι να στέκεσαι απέναντι σε αυτό που σε διαμορφώνει. Σε κάθε περίπτωση, θεωρώ πως τα ερεθίσματα στα οποία έχουμε εκτεθεί, λειτουργούν σχεδόν αθόρυβα.

4. Πέρα από τη λογοτεχνία, υπάρχουν άλλες μορφές τέχνης (μουσική, κινηματογράφος, εικαστικά) που επηρέασαν τον ρυθμό, την ατμόσφαιρα ή τη δομή των ποιημάτων σας;

Πράγματι, πέρα από τη λογοτεχνία, η μουσική ήταν καθοριστική για μένα — κυρίως ως τρόπος να αντιλαμβάνομαι τον ρυθμό. Η μουσική, μέσω της ερασιτεχνική μου ενασχόλησης, με εκπαίδευσε να ακούω διερευνητικά. Να δίνω σημασία στις παύσεις, στη διάρκεια, στην αναπνοή. Και νομίζω πως αυτό πέρασε οργανικά και στη γραφή. Υπάρχουν και συγκεκριμένες φωνές και ήχοι που με έχουν επηρεάσει, όπως αυτές του Θάνου Μικρούτσικου, του Σωκράτη Μάλαμα, του Θανάση Παπακωνσταντίνου και φυσικά του ξεχωριστού Μάνου Χατζιδάκι. Ταυτόχρονα, υπάρχει και μια πιο υπόγεια σχέση με το θέατρο. Σε κάποια έμμετρα σημεία, ειδικά στα σημεία που εκτέθηκα στην τεχνική του δεκαπεντασύλλαβο, είχα την αίσθηση πως ηχούσε στη σκέψη μου το κείμενο από τη Μήδεια του Μποστ — σαν μια σκηνική μνήμη που επηρεάζει τον τρόπο που χορογραφείται ο λόγος. Από εκεί και πέρα, ο κινηματογράφος με την εικόνα και τα εικαστικά με έμφαση στην αξία της αφαίρεσης συμπλήρωσαν αυτή τη διαδρομή. Ίσως τελικά όλα αυτά να συνυπάρχουν στα ποιήματα της συλλογής καθορίζοντας τον τρόπο που αυτή αναπνέει. Οι συγκεκριμένες επιρροές με ώθησαν να προσεγγίσω την ιδέα ότι αυτό που αφαιρείς συχνά είναι εξίσου σημαντικό στη διαμόρφωση με όσα τελικά αφήνεις. Αν προσπαθήσω να το διατυπώσω συνοπτικά: η μουσική έδωσε τον ρυθμό, το θέατρο μια αίσθηση φωνής και σκηνής, ο κινηματογράφος την εικόνα και τα εικαστικά την εμπιστοσύνη στη λιτότητα. Κάπου εκεί, βρήκε τον χώρο της και η γλώσσα.

5. Αν έπρεπε να αντιστοιχίσετε τη συλλογή με έναν σύγχρονο κοινωνικό ή πολιτικό προβληματισμό, ποιος θα ήταν και γιατί;

Αν έπρεπε να συνδέσω το Ανωμοτί με έναν σύγχρονο προβληματισμό, θα έλεγα πως αφορά αυτή τη ρωγμή που υπάρχει στο σύγχρονο κοινωνικοτεχνικό περιβάλλον ανάμεσα στο πρόσωπο και το συλλογικό. Ζούμε σε μια συγκυρία όπου αναφερόμαστε συνεχώς στην «σύγχρονη δομή της κοινωνίας», αλλά στην πράξη βιώνουμε όλο και μεγαλύτερη απομόνωση και αποξένωση από οτιδήποτε μας κάνει κοινωνούς της συλλογικής πρακτικής. Σαν να υπάρχουν δομές, αλλά να λείπει ο δεσμός μεταξύ των προσώπων. Στο Ανωμοτί η συνθήκη αυτή, ξεκινά από κάτι προσωπικό —έναν κόμπο, μια μνήμη— και όσο προχωρά, ανοίγει σε κάτι που δεν ανήκει πια μόνο στο άτομο. Εντοπίζεται στο εργασιακό πεδίο, στις σχέσεις μεταξύ των προσώπων και επιχειρεί να αναδείξει ζητήματα όπως το αποτέλεσμα που επιφέρει η οικονομικοπολιτική επιλογή της βίας και των πολεμικών συγκρούσεων και το απότοκο της σύγχρονης προσφυγικής κρίσης.

Εκεί αρχίζει να γίνεται φανερό πως το προσωπικό δεν είναι ποτέ «καθαρά» προσωπικό. Είναι ήδη διαμορφωμένο από σχέσεις, από ιστορίες, από άλλους. Σε αυτό το σημείο νιώθω πως υπάρχει μια συγγένεια με τον τρόπο που προσεγγίζει την έννοια της κοινότητας ο Στέφανος Ροζάνης. Όχι ως μια σταθερή, θεσμική «κοινωνία», αλλά ως ένα πεδίο σχέσεων που συγκροτείται διαρκώς, χωρίς να ολοκληρώνεται ποτέ. Δηλαδή, η κοινότητα δεν είναι κάτι δεδομένο — είναι κάτι που προκύπτει μέσα από τη συνάντηση, μέσα από την τριβή, ακόμη και μέσα από τη ρωγμή. Και ίσως αυτό είναι που με απασχόλησε περισσότερο: όχι πώς ανήκουμε σε μια κοινωνία, αλλά πώς μπορούμε ως δρώντα υποκείμενα να συγκροτήσουμε κοινότητες. Κοινότητες που δεν βασίζονται σε βεβαιότητες ή ταυτότητες, αλλά σε μια πιο ασταθή, πιο ανοιχτή σχέση.

Κάπως έτσι, η διαδρομή του Ανωμοτί, από το «αχνοφώς» μέχρι το «αντάμα», δεν είναι μόνο εσωτερική. Είναι μια προσπάθεια να βρεθεί αυτό το σημείο όπου το «εγώ» μπορεί να σταθεί μαζί με τον άλλον, χωρίς να χαθεί, αλλά και χωρίς να κλειστεί. Ίσως τελικά αυτό να είναι και το πιο πολιτικό στοιχείο του βιβλίου: η ανάγκη να ξανασκεφτούμε τη σχέση — όχι ως έννοια, αλλά ως πράξη.

6. Πώς βιώσατε την έκδοση της πρώτης σας συλλογής; Νιώθετε ότι το «Ανωμοτί» είναι μια αρχή ή ένα κλείσιμο κύκλου; Τι θα θέλατε να εξερευνήσετε στη συνέχεια ως δημιουργός;

Η έκδοση του Ανωμοτί ήταν για μένα ένα ταξίδι που ξεκίνησε με άγνωστο προορισμό. Και η μόνη αποσκευή που κουβαλούσα περιείχε αρχικά την αίσθηση της ανασφάλειας: Αναρωτιόμουν διαρκώς αν υπάρχει λόγος να δημοσιευθεί αυτό το έργο, αν αφορά τελικά κάποιον πέρα από εμένα. Για πολύ καιρό το κείμενο υπήρχε σε μια πιο εσωτερική συνθήκη, χωρίς την ανάγκη να βγει προς τα έξω. Και ίσως αυτή η μετάβαση —από τη σιωπή στη δημόσια έκθεση— ήταν το πιο δύσκολο σημείο.

Σε αυτή τη διαδρομή, καθοριστικό ρόλο έπαιξε η εμπιστοσύνη που ένιωσα στο πρόσωπο και τη συμπεριφορά του εκδότη και επιμελητή της Άνω Τελείας, του Παναγιώτη Μπότση. Αντιμετώπισε το κείμενο με σεβασμό, όχι ως κάτι προς διαμόρφωση με όρους «προϊόντος», αλλά ως κάτι που χρειάζεται φροντίδα για να εκτεθεί. Ταυτόχρονα με παρότρυνε να ενσκήψω περισσότερο στην τεχνική — ιδιαίτερα στον ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο — όχι ως φόρμα, αλλά ως εργαλείο πειθαρχίας και ακρίβειας.

Νομίζω πως στο σύγχρονο εκδοτικό τοπίο είναι πολύ σημαντικό ο δημιουργός να αισθάνεται ελεύθερος να εκφραστεί, αλλά και να αντιμετωπίζεται με σεβασμό — τόσο ο ίδιος όσο και το έργο του. Το σημαντικότερο απ’ όλα, ίσως είναι αυτή η συνάντηση να θεμελιώνεται στη βάση των αλληλεπιδράσεων. Γιατί όταν υπερισχύει η σχέση έναντι της έννοιας του «παραγόμενου προϊόντος», αλλάζει επί της ουσίας όλη η δυναμική.

Ως προς το αν είναι αρχή ή κλείσιμο κύκλου... ίσως είναι και τα δύο. Κλείνει ένας κύκλος εσωτερικής διαδρομής, κάτι που για χρόνια διαμορφωνόταν. Ταυτόχρονα ανοίγει ένας άλλος, όπου η γραφή δεν είναι πια μόνο προσωπική υπόθεση, αλλά μια μορφή όπου πρωταγωνιστεί η συνάντηση – η αλληλεπίδραση.

Δεν σας κρύβω πως έχει αρχίσει να διαμορφώνεται το επόμενο βήμα. Κινείται σε ένα άλλο λογοτεχνικό είδος, προς τη φόρμα του μικροδιηγήματος. Ίσως γιατί με ενδιαφέρει να δω πώς μπορεί να συμπυκνωθεί μια εμπειρία ακόμη περισσότερο, πώς μια μικρή αφηγηματική στιγμή μπορεί να κουβαλήσει την ίδια ένταση που αναζητώ και στην ποίηση. Οπότε ναι, το Ανωμοτί κλείνει κάτι, αλλά ταυτόχρονα ανοίγει έναν δρόμο που οδηγεί σε νέους τόπους.

7. Πόσο σημαντική είναι για εσάς η «σιωπηλή συμμετοχή» του αναγνώστη, δηλαδή το κομμάτι εκείνο όπου ο αναγνώστης συμπληρώνει το ποίημα με τη δική του εμπειρία;

Η «σιωπηλή συμμετοχή» του αναγνώστη δεν είναι απλώς σημαντική — είναι, νομίζω, αναγκαία συνθήκη, καθώς επιβεβαιώνει τη δυνατότητα της συν-κίνησης. Από την αρχή ένιωθα πως το Ανωμοτί δεν μου ανήκει αποκλειστικά. Μπορεί να δημιουργήθηκε μέσα στη μοναχικότητα, αλλά δεν ολοκληρώθηκε εκεί. Η συγγραφή είναι μια προσπάθεια να αποτυπωθεί το ίχνος — το σημάδι που αφήνει ο χρόνος πάνω μας. Αυτό το ίχνος, όμως, δεν είναι ποτέ «καθαρό» αποτύπωμα στα μάτια και το νου του παρατηρητή. Κουβαλά σχέσεις, εμπειρίες, άλλες φωνές. Υπό αυτή την έννοια η ποίηση δεν μπορεί να ανήκει αποκλειστικά σε εκείνον που γράφει, αλλά και σε εκείνους μέσα στους οποίους εγγράφεται. Και όταν φτάνει στον αναγνώστη, εκεί συμβαίνει κάτι που δεν ελέγχεις πια. Ο καθένας διαβάζει με το δικό του σώμα, τη δική του μνήμη, τις δικές του απώλειες ή προσδοκίες, δημιουργώντας εκ νέου τον δικό του «τόπο». Έτσι κάθε λογοτεχνικό κείμενο συμπληρώνεται, μετασχηματίζεται. Γι’ αυτό και δεν με ικανοποιεί να «εξηγηθεί» πλήρως ένα ποίημα. Αντίθετα, με ενδιαφέρει να αφήνει χώρο — να μπορεί κάποιος να σταθεί μέσα του, χωρίς να νιώθει ότι πρέπει να το καταλάβει με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Πόσες φορές δεν έχουμε βιώσει καταστάσεις και συναισθήματα που δεν μπορέσαμε ποτέ να εξηγήσουμε επαρκώς με τον νου; Ίσως εκεί βρίσκεται και ένα μέρος της του σημαινόμενου στον τίτλο «Ανωμοτί»: μια κατάθεση χωρίς όρκο, που δεν ζητά από τον άλλον να συμφωνήσει, να πειστεί, αλλά τον καλεί να συναντηθεί. Αυτή η συνάντηση δεν προϋποθέτει βεβαιότητες, αλλά αποζητά μια συσχέτιση. Οπότε ναι, ο αναγνώστης δεν έρχεται απλώς να διαβάσει. Προσκαλείται να συν-αισθανθεί, να αναγνωρίσει, να ταυτιστεί, να εναντιωθεί και εν τέλει να συν-δημιουργήσει.

8. Κλείνοντας, θα θέλαμε να μοιραστείτε μαζί μας το αγαπημένο σας ποίημα, τραγούδι και ταινία που σας συνοδεύουν αυτή την περίοδο, καθώς και το μέρος που σας εμπνέει περισσότερο.

Το ποίημα που «επισκέπτεται» διαρκώς το μυαλό μου, ιδιαίτερα με όσα συμβαίνουν και μας αφορούν αυτή την περίοδο σε παγκόσμια επίπεδο είναι οι Τρώες του Κ. Καβάφη. Παράδοξο; Δεν γνωρίζω να σας πως με βεβαιότητα. Φαντάζει στο μυαλό μου τόσο επίκαιρο...

Τον τελευταίο καιρό καταφεύγω συχνά στη μελοποιημένη ποίηση. Ίσως γιατί εκεί η κάθε λέξη αποκτά μια δεύτερη αναπνοή. Υπάρχουν δύο κείμενα που με συντροφεύουν καθημερινά: το «Γοητευμένοι απ’ το βυθό», σε ποίηση του Αργύρη Χιόνη και μουσική του Χάρη Κατσιμίχα και «Ο Δεκέμβρης του 1903», σε ποίηση του Κωνσταντίνου Καβάφη, μελοποιημένο από τον Σωκράτη Μάλαμα. Και στα δύο νιώθω πως ο ποιητικός λόγος δεν εξηγείται — απλώς έχει βρει τον φυσικό του χώρο.

Σε επίπεδο μουσικής, επιστρέφω σχεδόν εμμονικά συχνά στο «Masar». Πρόκειται για ένα ορχηστρικό μουσικό κομμάτι ενός συγκροτήματος τριών Παλαιστινίων που παίζουν ούτι. Αναφέρομαι στους Trio Joubran. Υπάρχει σε αυτή τη σύνθεση μια ένταση και μια εσωτερική κίνηση που δεν χρειάζεται λόγια για να σταθεί. Συντελείται με φυσικό τρόπο μέσα από τη «συνομιλία» των τριών μουσικών οργάνων.

Η ταινία που μου έρχεται αυτή τη στιγμή είναι το La Vita è Bella. Ίσως γιατί, με έναν τρόπο, μιλά για το πώς μπορείς να κρατήσεις μια μορφή τρυφερότητας ακόμα και μέσα στις πιο σκληρές συνθήκες.

Ως προς τον τόπο, δεν είναι ένας. Το λιμάνι και η θάλασσα είναι πάντα ένα πολύ οικείο σημείο αναφοράς μου. Τα τελευταία χρόνια επισκέπτομαι συχνά τις Πλαταιές Βοιωτίας, το χωριό όπου μεγάλωσα, και τις παραλίες της γύρω περιοχής. Εκεί υπάρχει κάτι που δεν μπορώ να το ονομάσω ακριβώς — μια αίσθηση επιστροφής ή μια επαφή με ένα πιο εφηβικό, ανέμελο κομμάτι του εαυτούμου. Και ίσως τελικά αυτό να είναι που με εμπνέει περισσότερο: όχι ένας συγκεκριμένος τόπος ή έργο, αλλά εκείνες οι στιγμές όπου κάτι παλιό επιστρέφει χωρίς να έχει χαθεί.

 

O ιστότοπος μας χρησιμοποιεί cookies για βελτιστοποίηση της εμπειρίας του χρήστη. Με τη χρήση αυτού του ιστοτόπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies.