Είδαμε τις Στρακαστρούκες του Δημήτρη Σαμόλη στο θέατρο Βράχων
" Στη μυθοπλασία δεν καλείσαι να είσαι ειλικρινής αλλά αληθινός. Ο φαντασιακός κόσμος είναι κάτι πολύ δικό μας. Είναι πολλές φορές πιο αληθινός κι από τον πραγματικό."
Δημήτρης Σαμόλης
Το πρώτο θεατρικό έργο του Δημήτρη Σαμόλη παρακολουθήσαμε στο θέατρο Βράχων, σε σκηνοθεσία Μάριου Κακουλλή με πολύ ιδιαίτερη σκηνογραφία από τον Λουκά Μπάκα. Τους φωτιστικούς σχεδιασμούς και την δραματουργία του κειμένου επιμελήθηκε ο Στέφανος Δρουσιώτης.
Η επίσης ιδιαίτερη μουσική από EKATI έδεσε απόλυτα με την αφήγηση και την ερμηνεία.
Με γνήσια κρητική γλώσσα ο Σαμόλης αρχίζει την αφήγηση του με το περιστατικό της άτυχους προσπάθειας του Κωνσταντή να τα φτιάξει με τη Σωτηρούλα για να αποδείξει ότι είναι ένα αγόρι όπως όλα τα άλλα.
"Είχε την ατυχία η Σωτηρούλα να λέγεται Φαφουτάκη, το γένος Φρονιμίτη. Ο πατέρας της ήταν Τραπεζίτης κι ο προπάππος της έφτιαχνε γέφυρες στα Καλάβρυτα, στον οδοντωτό."
Ένας έφηβος ευαίσθητος, έξυπνος και με χιούμορ, με τα όνειρα και τις ανησυχίες του, με την επώδυνη απόρριψη από τον πατέρα του και τις πληγές που αυτή άνοιξε, με την δύσκολα διαχειρίσιμη διαφορετικότητα του, μας αφηγείται την ιστορία του, εκδηλώνοντας μέσα απ' αυτήν όλη την ευαλωτότητα ενός παιδιού που νοιώθει ότι δεν ανήκει στην πλειοψηφία, στους λεγόμενους "κανονικούς". Μέσα στα πλαίσια μιας στενής επαρχιώτικης κοινωνίας, η εναγώνια προσπάθεια του να γίνει ίδιος με τα άλλα αγόρια, συγκινεί μέχρι δακρύων.
"Δεν άφηνα να καταλάβουν ότι διαλύομαι.Έκανα ότι γελάω."

Ο Μάριος Κακουλλής με όπλο του την ενσυναίσθηση, προσεγγίζει με ευαισθησία την εκ βαθέων αφήγηση, προβάλλοντας τα δυνατά της σημεία και δίνοντας της έναν ρυθμό που σου κόβει την ανάσα. Η σκηνοθετική του γραμμή ισορροπεί ανάμεσα στην κωμωδία, τη δραματικότητα, την τρυφερότητα και την συγκίνηση και δημιουργεί έναν μονόλογο εύρρυθμο, ζωντανό με γρήγορες εναλλαγές και εκρηκτική ροή. Τόσο εκρηκτική όσο οι στρακαστρούκες του Κωνσταντή.
"Στο φούρνο κρυφάκουσα να λένε ότι ο πατέρας μου θα πέθαινε από τον καημό του που δεν έκανε το γιο."
Ο Σαμόλης γράφει ένα συμπυκνωμένο κείμενο όπου μια τεράστια μάζα από παγωμένα δάκρυα, αναλύεται σε λέξεις, σ' έναν λόγο σχεδόν ποιητικό, με υλικά του την πικρία, το παράπονο, το χιούμορ κι έναν υποδόρειο θυμό, έναν λόγο που κρύβει πολλά άλλα συναισθήματα που δεν φαίνονται. Τα ανακαλύπτεις αφού έχεις φύγει από το θέατρο, καθώς μια άλλη παράσταση έχει αρχίσει να ανοίγεται μέσα σου.Τότε συνειδητοποιείς όλα αυτά που δεν ειπώθηκαν. Τον αφόρητο πόνο της απόρριψης, της αίσθησης ότι δεν ανήκεις, το θυμό για την αδικία, τη σπαρακτική ανάγκη να πάρει ένα αγόρι μπράβο και υποστήριξη από τον πατέρα του.
"Όταν μου ερχόταν να κλάψω, χωρίς να το θέλω, το έπνιγα. Έτσι τα δάκρυα που δεν έβγαζα τη μέρα, κάποια βράδια γυρνούσαν προς τα μέσα και κατουριόμουν στον ύπνο μου."
Μέσα από τον πόνο της διαφορετικότητας, της απόρριψης και της αίσθησης του μη ανήκειν, ξεπετάγεται από τον Κωνσταντή σαν ορμητικός χείμαρος η αγάπη για τη ζωή, για την περιπέτεια, η τρυφερή ανάγκη σύνδεσης με άλλους ανθρώπους και αποδοχής, η περιέργεια να γνωρίσει, να μάθει, να αναπτυχθεί.
Όμως "όπου και να πας για να ξεφύγεις από κάτι που σε πονάει, αυτό το κάτι τρυπώνει στη βαλίτσα σου και το παίρνεις μαζί σου."
(παράφραση του ποιήματος του Καβάφη ' έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ, στην κόχη τούτη τη μικρή, σ' όλη τη γη τη χάλασες".
Ο Δημήτρης Σαμόλης είναι συγκλονιστικός στην ερμηνεία του. Κινείται σε δύο άξονες.Την εξωστρέφεια και τη ζωντάνια στον ένα άξονα. Με τα πολύ όμορφα τραγούδια του και την ευέλικτη κίνηση του πάνω στη σκηνή.Με την αμεσότητα και την αληθινότητα του που πλησιάζει το επίπεδο του showman.
Στον άλλο άξονα υπάρχει μια εσωτερικότητα στην ερμηνεία του που γεμίζει το θέατρο Βράχων με παγωμένα δάκρυα. Δάκρυα που χρειάζονται πολύ ζεστές καρδιές για να λειώσουν και να διαλυθούν. Που χρειάζονται αποδοχή και συμπόνια για οτιδήποτε διαφορετικό που δεν βρίσκεται μέσα στα κουτάκια διαχωρισμού που έχουν τοποθετήσει οι εξουσίες για να διαιρούν και να βασιλεύουν.